Εμμανουήλ Κριαράς

Ο Εμμανουήλ Κριαράς (1906-2014), πολυγραφότατος νεοελληνιστής, καθηγητής Μεσαιωνικής και Ελληνικής Φιλολογίας, αλλά και Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας, για πολλούς θεωρείται πατέρας της νέας ελληνικής γλώσσας και φιλολογίας. Ξεκίνησε από την Ιατρική, στράφηκε στη Φιλολογία, στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου πήρε το πτυχίο και έκανε το Διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με τη διατριβή «Μελετήματα περί τας πηγάς του Ερωτοκρίτου», με πολλά χρόνια καθυστέρηση. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι στη Βυζαντινολογία και στη Συγκριτική Γραμματολογία. Υπήρξε συντάκτης και διευθυντής στο Μεσαιωνικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών. Ο Ε. Κριαράς συνέδεσε άρρηκτα το όνομά του με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στο οποίο δίδαξε κυρίως Μεσαιωνική Φιλολογία, Νεοελληνική Φιλολογία, αλλά και Γενική και Συγκριτική Γραμματολογία, αφού χάρη στις δικές του ενέργειες ιδρύθηκε (το 1965) η πρώτη -και για πολλά χρόνια μοναδική στην Ελλάδα- έκτακτη αυτοτελής έδρα της Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας. Υπέρμαχος της εκπαιδευτική μεταρρύθμισης του 1963, σημαντική ήταν η συνεισφορά του τόσο στην αναγνώριση της δημοτικής ως επίσημης γλώσσας του ελληνικού κράτους όσο και στην καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος γραφής. Όπως έχει πει ο ίδιος, φρόντισε με τις ομιλίες, τα μαθήματά του αλλά και τα γραπτά του κείμενα να βοηθήσει ώστε ο Έλληνας να ενδιαφερθεί περισσότερο για τη γλώσσα του και να τη μάθει σωστά. Τα ερευνητικά και συγγραφικά του ενδιαφέροντα καλύπτουν ευρύτατο φάσμα σχετικά με την ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία, με τα δημοσιεύματά του να διακρίνονται τόσο για την έκταση όσο και την εγκυρότητά τους. Από αυτά, συντριπτική υπεροχή έχουν τα λεξικογραφικά, όπου ξεχωριστή θέση κατέχει το «Λεξικό της μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας», γνωστό και ως Λεξικό Κριαρά. Ακολουθούν τα γραμματολογικά, τα σύμμικτα, τα επιστολογραφικά και τελευταία τα καθαρά γλωσσικά. Η Ελληνική Δημοκρατία του είχε απονείμει τα παράσημα του Σταυρού των Ταξιαρχών του Τάγματος του Φοίνικος, του Σταυρού των Ταξιαρχών του Τάγματος Γεωργίου Α΄ και του Ταξιάρχη του Τάγματος Τιμής. Η Γαλλία του απένειμε το παράσημο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής και η Ιταλία το παράσημο του Ταξιάρχη. Το 1977 για το συνολικό επιστημονικό του έργο του απονεμήθηκε στη Βιέννη το σημαντικό Βραβείο Herder. Διετέλεσε, μεταξύ πολλών άλλων, επίτιμος πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας, της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, επίτιμο μέλος του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας και του Σικελικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών. Το 2006, με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννησή του, τιμήθηκε από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης με την ανώτατη τιμητική του διάκριση, το Χρυσό Αριστοτέλη.

Ο Εμμανουήλ Κριαράς ήταν παντρεμένος με την Αικατερίνη Στριφτού, Καθηγήτρια της Ψυχοτεχνικής στη Βιομηχανική Σχολή της Θεσσαλονίκης, το «Χαρούδι» της ζωής του, όπως την αποκαλούσε, και έμειναν μαζί μέχρι τον θάνατό της, το 2000. Τα χρόνια που ακολούθησαν, τα αποκάλεσε ο ίδιος «χρόνια επιβίωσης». Ο ίδιος είχε πει ότι το ελάχιστο που κατόρθωσε στη ζωή του το οφείλει κατά μεγαλύτερο μέρος στο βαθύτατο ψυχικό και πνευματικό δεσμό που ευτύχησε να δει να δημιουργείται ανάμεσα στην πολύτιμη σύντροφο της ζωής του και εκείνον. Κοινά ιδανικά, φροντίδες όχι παράταιρες, αμοιβαία στοργή και κατανόηση τους βοήθησαν, παρά τις αντιξοότητες του ανθρώπινου βίου, να προχωρήσουν μαζί στην πραγμάτωση ενός μακρού κοινού βίου.

 

Η Βιβλιοθήκη και το Αρχείο

Ο Εμμανουήλ Κριαράς προσέφερε στο Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη περί τα 2.000 συγγράμματα και βιβλία του ίδιου και της συζύγου του Αικατερίνης Στριφτού, καθώς και μέρος του προσωπικού του αρχείου, το οποίο αποτελείται από επιστολές, έγγραφα Ιδρυμάτων, ανάτυπα εργασιών του, καθώς και προσωπικά του δημοσιεύματα. Το επιστολικό αρχείο χρονολογείται από το 1960 έως σήμερα και περιλαμβάνει αυτόγραφες επιστολές Ελλήνων και ξένων λογίων, μεταξύ των οποίων είναι η επιστολογραφία με τον αείμνηστο Πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών Νίκο Ματσανιώτη και τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου Στέφανο Ματθία. Ιδιαίτερα αξιόλογη είναι και η λοιπή αλληλογραφία του, στην οποία εμπεριέχονται ελληνόγλωσσα και ξενόγλωσσα γράμματα καθηγητών ξένων Πανεπιστημίων, ελληνιστών, λογοτεχνών, επιστημόνων κ.ά. Η βιβλιοθήκη είναι φιλολογικού κυρίως ενδιαφέροντος και περιέχει μελέτες πάνω στην ελληνική γλώσσα, αφιερώματα σε νεοελληνιστές και λογοτέχνες και μεγάλο αριθμό λογοτεχνικών έργων και περιοδικών.

Στο πλαίσιο της συνεργασίας του με το Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη, ο Εμμανουήλ Κριαράς του ανέθεσε την έκδοση των βιβλίων: «Ο Ψυχάρης ιδίως από τα γράμματά του» (2012), «Νέες Επιστολές και Έγγραφα των ετών 1924-2010» (2012), «Πρόσφατα γράμματά μου σε πρόσωπα και Ιδρύματα» (2013), καθώς και των ανατύπων «Απόλογος βίου: Συμπλήρωμα της αυτοβιογραφίας», «Γράμματα συγγενών του Ψυχάρη σ’ εμένα», «Βιώματα από το Γιάννη Μηλιάδη και κρίσεις για το φιλολογικό του έργο», «Χατζη-Ανδρέας Κριαράς (Ο Σφακιανός επαναστάτης του 1821, πλοιοκτήτης, οργανωτής ναυσιπλοΐας στη Σύρο)» και «Πρόσφατες διαπιστώσεις για το Μισέ-Γιάννη, παππού του Ψυχάρη», που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του και σύμφωνα με τις οδηγίες του το 2016.