Ο Γεώργιος Στρίγκος (1878-1956) ήταν έμπορος, τραπεζίτης, ναυλομεσίτης και πολιτικός. Γεννήθηκε στο Κρανίδι Ερμιόνης και ήταν γιος του Κωνσταντίνου Στρίγκου, γιου του αγωνιστή του ’21 Ιωάννη Στρίγκου, και της Μαρίας Ζερβού. Το 1888 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, όπου και μεγάλωσε. Τελείωσε το γυμνάσιο με μεγάλες οικονομικές δυσκολίες και γράφτηκε στη Νομική Αθηνών. Η οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του τον οδήγησε να εγκαταλείψει τις σπουδές, αναζητώντας άμεση επαγγελματική διέξοδο. Προσλήφθηκε το 1896 στην Τράπεζα Αθηνών, πετυχαίνοντας στον διαγωνισμό δόκιμων άμισθων υπαλλήλων, επιτυχία που αποδείχτηκε καθοριστική για την μετέπειτα πορεία του. Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στο υποκατάστημα Πειραιώς και εξελίχθηκε γρήγορα στη θέση του υποδιευθυντή. Χάρη στην επαγγελματική του εμπειρία και τη συναναστροφή του με τον εμπορικό και οικονομικό κόσμο του Πειραιά και τη δυναμική του προσωπικότητα καθιερώνεται ως εξέχουσα μορφή του επιχειρηματικού χώρου των αρχών του 20ού αιώνα. Σε συνεργασία με τον έμπορο Ιωάννη Φραγκιάδη ιδρύουν την εταιρεία Φραγκιάδης, Στρίγκος και Σία, η οποία σύντομα κατέστη κερδοφόρα. Το 1913 αποχώρησε από την εταιρεία λόγω διαφορετικών απόψεων και δημιούργησε τη δική του επιχείρηση. Εν συνεχεία ίδρυσε, μαζί με μέλη της οικογένειας Εμπειρίκου, την τράπεζα Εμπειρίκου – Στρίγκου. Ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική διατελώντας δημοτικός σύμβουλος Πειραιά. Στις εκλογές του 1926 εξελέγη βουλευτής Πειραιά, με το βενιζελικό κόμμα, ενώ στις γερουσιαστικές εκλογές του 1929 εξελέγη, για τριετή θητεία, γερουσιαστής από τον εκλογικό κατάλογο του Συλλόγου Εμπόρων. Στις γερουσιαστικές εκλογές του 1932 επανεξελέγη γερουσιαστής, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1935. Διετέλεσε ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς, μέλος του δ.σ. της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος καθώς και ιδρυτικό μέλος και μέλος του δ.σ. του Ναυτικού Μουσείου Πειραιά. Υπήρξε συλλέκτης σημαντικών έργων τέχνης.

 

Το μέγαρο Στρίγκου, ένα από τα ωραιότερα νεοκλασικά του Πειραιά, αγοράστηκε από τον Γεώργιο Στρίγκο το 1917 και ολοκλήρωσε τις εργασίες επέκτασής του μέχρι το 1927. Η οικογένεια ωστόσο έφυγε από τον Πειραιά πριν τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, το Μέγαρο Στρίγκου επιτάχθηκε από τους Γερμανούς και χρησιμοποιήθηκε ως Λέσχη Αξιωματικών. Μετά τον πόλεμο, για μικρό χρονικό διάστημα χρησιμοποιήθηκε ως Λέσχη Αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού και στις αρχές της δεκαετίας του 1950 αγοράστηκε από τη Γαλλική Πρεσβεία και έγινε η έδρα του Γαλλικού Ινστιτούτου Πειραιά. Το 2006 αγοράστηκε από την οικογένεια Λασκαρίδη και από το 2009 στεγάζει την Ιστορική Βιβλιοθήκη του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη.

 

Οι κληρονόμοι του Γεωργίου Στρίγκου, Αγνή Στρίγκου-Μπουροπούλου και Γιώργος Στρίγκος, ανηψιός της και υιός του Δημητρίου, δώρησαν σχεδόν το σύνολο των επίπλων που προέρχονταν από το Μέγαρο Στρίγκου όσο αυτό αποτελούσε την κατοικία του Γεωργίου. Δώρησαν επίσης σημαντικό αριθμό βιβλίων της βιβλιοθήκης του Γεωργίου Στρίγκου, με θέματα κυρίως ιστορικά και πολιτικά.